ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Υπάρχουν άνθρωποι που κληρονομούν σπίτια, χωράφια, κοσμήματα ή έστω μια αξιοπρεπή συλλογή από πορσελάνινα φλιτζανάκια, που κανείς δεν χρησιμοποιεί ποτέ, αλλά όλοι τα φυλάνε λες και πρόκειται για οικογενειακά κειμήλια ανεκτίμητης αξίας.

Υπάρχουν αυτοί, λοιπόν, και υπάρχω κι εγώ.

Η Νεφέλη.

Εγώ, που στα είκοσι οκτώ μου χρόνια κατάφερα να κληρονομήσω ένα μικρό καφέ, μια φήμη πιο καταστροφική κι από πρωινό χωρίς καφέ, και έναν άντρα που, ειλικρινά, θα προτιμούσα να μου τον είχαν συστήσει μόνο σε φωτογραφία – κατά προτίμηση σκισμένη.

Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, όλα ξεκίνησαν ένα μουντό πρωινό μιας αναθεματισμένης Τρίτης. Τρίτης και δεκατρείς, για την ακρίβεια, κι εγώ πραγματικά δεν είχα ανάγκη τίποτα χειρότερο. Ήταν από εκείνα τα πρωινά που ούτε ο ήλιος δεν είχε όρεξη να βγει και να σε αντικρίσει. Ήμουν ήδη αργοπορημένη, ήδη εκνευρισμένη και ήδη με έναν τεράστιο λεκέ από εσπρέσο πάνω στην μπλούζα μου, γιατί, προφανώς, η ζωή μου πιστεύει ακράδαντα πως το να πίνω καφέ χωρίς να λούζομαι μ’ αυτόν είναι μια πολυτέλεια που δεν μου αξίζει.

Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, ήξερα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Θες από ένστικτο – που, παρεμπιπτόντως, δεν πέφτει ποτέ έξω – θες από τη γρουσουζιά που ένιωθα να έρχεται καταπάνω μου από χιλιόμετρα μακριά, πάντως τα σημαντικά τηλεφωνήματα γνώριζα καλά ότι δεν έρχονται ποτέ όταν κάθεσαι αναπαυτικά στον καναπέ με καθαρά μαλλιά, καθαρές πιτζάμες και ψυχική ηρεμία. Έρχονται πάντα όταν ψάχνεις σαν τρελή τα κλειδιά σου με το ένα χέρι μέσα στην τσάντα, κρατάς στο άλλο το χάρτινο κύπελλο του καφέ σου και προσπαθείς να θυμηθείς αν έκλεισες τον θερμοσίφωνα ή αν πρέπει να γυρίσεις σπίτι σαν αστραπή.

Η φωνή στην άλλη άκρη ήταν σοβαρή. Υπερβολικά σοβαρή. Από εκείνες τις φωνές που σε κάνουν να ισιώνεις απότομα την πλάτη σου χωρίς να το καταλάβεις και σου χαρίζουν ένα απλανές βλέμμα, γεμάτο απορία και προβληματισμό μαζί.

Η θεία Αριάδνη είχε φύγει από τη ζωή.

Αυτή η ανακοίνωση, για κάποιο λόγο, έπεσε σαν μαχαιριά στην καρδιά μου. Πάντα με τρόμαζε ο θάνατος. Χιλιάδες σκέψεις έπεφταν σαν ορμητική βροχή μέσα μου κάθε φορά που η έννοιά του με πλησίαζε, έστω κι από κάποια δικαιολογημένη απόσταση. Ακόμα και τώρα, αν σκεφτώ τον θάνατό της, νιώθω εκείνο το σφίξιμο ακριβώς κάτω από το στέρνο.

Γιατί η θεία Αριάδνη δεν ήταν απλώς θεία.

Ήταν η γυναίκα που μύριζε πάντα βανίλια και κανέλα. Είχε, στη μνήμη μου, τη γεύση μπισκότου, γιατί κάθε φορά που τη συναντούσα, από παιδί ακόμη, μου έδινε εκείνο το χαρακτηριστικό μπισκότο με τις πολύχρωμες τρούφες από πάνω. Μια γυναίκα γεμάτη ζωή και όμως τη σκέπασε ο θάνατος. Πίστευε ότι κάθε πρόβλημα λύνεται είτε με έναν δυνατό καφέ είτε με μια σωστή ατάκα. Μπορούσε να σε κοιτάξει μία μόνο φορά και να καταλάβει αν είχες ερωτευτεί, αν έλεγες ψέματα ή αν είχες κάψει το φαγητό και προσπαθούσες, με κάθε τρόπο, να αερίσεις το σπίτι πριν το καταλάβουν οι υπόλοιποι.

Χαμογέλασα νοερά, με μια απροσδιόριστη θλίψη, γιατί δεν ήταν λίγες οι φορές που με τσάκωνε να αερίζω μανιωδώς το σπίτι σε κάθε απόπειρά μου να μάθω να μαγειρεύω. Κάτι που, τελικά, δεν κατάφερα ποτέ.

Αυτή ήταν η θεία Αριάδνη.

Επικίνδυνα διορατική.

Δεν ξέρω αν με είχε αγαπήσει περισσότερο απ’ όσο με καταλάβαινε ή αν με είχε καταλάβει περισσότερο απ’ όσο με αγαπούσε. Ξέρω μόνο πως, όταν με φώναζε «κοριτσάκι μου γλυκό», ένιωθα πάντα οκτώ χρονών, ασφαλής και ελαφρώς ένοχη, ακόμα και τις στιγμές που δεν είχα κάνει τίποτα για να νιώσω έτσι. Ξέρω επίσης ότι αυτή η έκφραση θα έλειπε, με έναν παράξενο τρόπο, από τη ζωή μου· ότι δεν θα γινόμουν πια το γλυκό κοριτσάκι κανενός.

Στην κηδεία της δεν έκλαψα όσο περίμενα. Όλοι γύρω μου βαλάντωναν, η μητέρα μου σχεδόν κατέρρευσε πάνω από τον τάφο της, μα στο δικό μου μυαλό είχε στοιχειώσει η φιγούρα της να στέκει απέναντι, κάπου μέσα στο πλήθος, και να με κοιτάζει χαμογελαστή με ένα αινιγματικό χαμόγελο που δεν μπορούσα να ερμηνεύσω.

Διπλός espresso σε μπελάδες βιβλία της Βούλας Γκεμίση ρομαντική κομεντί δωρεάν ανάγνωση βιβλία

Παρατηρούσα τους πάντες γύρω μου, όμως εκείνη ήταν εκεί, σαν θεόρατη σκιά, και σκέπαζε κάθε σκέψη μου. Ακόμα κι όταν το βλέμμα μου έπεσε στην ξεθωριασμένη μαύρη τσάντα μιας κυρίας στην πρώτη σειρά, στον στραβωμένο γιακά και στο ασιδέρωτο ράσο του παπά, σ’ έναν σκελετωμένο κύριο που κρατούσε ένα μπουκέτο κρίνα που μύριζαν υπερβολικά έντονα. Ίσως να ήταν κάποιο παλιό της φλερτ, σκεφτόμουν κάθε φορά που το βλέμμα μου ταξίδευε ολόγυρα.

Μέχρι που τα μάτια μου έπεσαν σε δύο τύπους.

Ήταν κοντά στην ηλικία μου και πραγματικά απόρησα ποιοι να ήταν. Ίσως κάποια μακρινά μου ξαδέρφια, που απλώς επιβεβαίωναν ότι είμαστε ομορφόσογο.

Ο πόνος, υποθέτω, έχει έναν πολύ παράξενο τρόπο να σε προστατεύει στην αρχή. Σε αφήνει να παρατηρείς τα ασήμαντα, μέχρι να μπορέσεις να αντέξεις τα μεγάλα.

Το μόνο που δεν φανταζόμουν ποτέ ήταν πως η θεία Αριάδνη, ακόμα και μετά τον θάνατό της, είχε σκοπό να συνεχίσει να ανακατεύει τη ζωή μου σαν κουτάλι μέσα σε φλιτζάνι ελληνικού καφέ. Γιατί, λίγες μέρες αργότερα, καθισμένη στο γραφείο του συμβολαιογράφου, με τα χέρια παγωμένα και τα νεύρα τεντωμένα σαν λάστιχο, άκουσα τη φράση που θα άλλαζε τα πάντα.

«Η εκλιπούσα αφήνει το καφέ της στην ανιψιά της, Νεφέλη…»

Η φράση αυτή με έπιασε εξαπίνης. Τίναξα το κεφάλι μου και κοίταξα αμήχανα τους υπόλοιπους συγγενείς, σαν να μου είχε πέσει κεραυνός στο κεφάλι. Ποτέ δεν περίμενα ότι η θεία Αριάδνη θα μου άφηνε το καφέ. Το δικό της καφέ, που αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε πάνω στη γη.

Ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε αυθόρμητα στο πρόσωπό μου, καθώς κοίταζα κατάματα τον συμβολαιογράφο. Το σοβαρό, σχεδόν αυστηρό του βλέμμα, όμως, με γείωσε απότομα.

«…κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό…» συνέχισε, ακόμα πιο αυστηρά, και καθάρισε τον λαιμό του με μια βραχνάδα, σαν να ήθελε να με επαναφέρει στην τάξη.

«…Πενήντα τοις εκατό; Μισό λεπτό…» μουρμούρισα, αναμασώντας τα λόγια μου.

Δύο χτυπήματα στην πόρτα τράβηξαν απότομα τις σκέψεις μου και έκαναν τα μάτια μου να καρφωθούν εκεί. Η πόρτα άνοιξε απότομα και μπήκε μέσα ένας τύπος που βημάτισε σταθερά, αποφασιστικά, προς το μέρος μας.

«Συγγνώμη για την καθυστέρηση. Η κίνηση σε αυτή την πόλη μπορεί να με στείλει στο τρελοκομείο.»

Απολογήθηκε βιαστικά και κάθισε στην κενή θέση απέναντί μου, κουβαλώντας μαζί του έναν αέρα αυτοπεποίθησης που με εκνεύρισε ακαριαία. Νομίζω πως η ψυχική μου ηρεμία θα επιβίωνε πολύ καλύτερα χωρίς εκείνον. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε το θράσος να απλώσει και το χέρι του προς το μέρος μου.

«Νικήτας…»

Το είπε λες και το όνομά του αρκούσε για να εξηγήσει την παρουσία του. Κοίταξα το χέρι του σαστισμένη, σαν να τα είχα χάσει για ένα δευτερόλεπτο, και άπλωσα το δικό μου διστακτικά.

«Νεφέλη», είπα ξερά.

Όσο ο συμβολαιογράφος ανέλυε όλες τις λεπτομέρειες κι εγώ έδειχνα δήθεν να κρέμομαι από τα χείλη του, τον τσάκωσα με την άκρη του ματιού μου να με κοιτάζει, διερευνητικά. Είμαι σίγουρη πως διάβαζε τον πανικό μου και τον προκαταβολικό εκνευρισμό μου.

Αποχαιρετήσαμε τον συμβολαιογράφο της συμφοράς, αφήνοντάς τον πίσω μας, και βγήκαμε σχεδόν ταυτόχρονα από την πόρτα. Τον στραβοκοίταξα, επιβεβαιώνοντας μέσα μου πως δεν είχε ούτε τους στοιχειώδεις τρόπους ευγένειας.

Δεν θυμάμαι ποιος από τους δυο μας μίλησε πρώτος. Θυμάμαι μόνο πως, μέσα σε λιγότερο από τρία λεπτά, προτού καν απομακρυνθούμε από το γραφείο, είχαμε ήδη καταφέρει να διαφωνήσουμε για το αν έπρεπε να πουλήσουμε ή όχι αυτό το καφέ. Καταλήξαμε στο να πάρουμε τον χρόνο μας, όπως μας είχε συμβουλέψει και ο συμβολαιογράφος, άλλωστε.

Διπλός espresso σε μπελάδες βιβλία της Βούλας Γκεμίση ρομαντική κομεντί δωρεάν ανάγνωση βιβλία

Κι κάπως έτσι, εκείνη τη μέρα, έμαθα δύο πράγματα:

Πρώτον, ότι η θεία μου μού άφησε το πιο διάσημο καφέ της πόλης.

Και δεύτερον, ότι το συγκεκριμένο καφέ ήταν γνωστό όχι για τον καφέ του, αλλά για τους… χωρισμούς του.

Μέσα σε όλες τις λεπτομέρειες που είχε αφήσει στη διαθήκη της, η αξιολάτρευτη θεία μου είχε φροντίσει να μοιραστεί μαζί μας και αυτή τη σπουδαία πληροφορία. Ακόμα κι από τον άλλο κόσμο, ήμουν σχεδόν βέβαιη πως το διασκέδαζε τρελά. Σαν να την έβλεπα να κάθεται αναπαυτικά, να απολαμβάνει τον καφέ της – τον οποίο, φυσικά, θα συνόδευε με κουλουράκια βουτύρου.

Το πρόβλημά μου δεν ήταν, φυσικά, μόνο η τεράστια πρόκληση του αν θα δεχόμουν την κληρονομιά της και με ποιον τρόπο θα εξαγόραζα το ποσοστό του αντιπάλου μου μιας και ήμουν απένταρη. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν πώς θα μπορούσα να επιβιώσω μέσα σε όλο αυτό, όταν απέναντί μου έπρεπε ήδη να δώσω μάχη με κάποιον που, προφανώς, δεν ήταν κάποιο μακρινό μου ξαδέρφι – όπως είχα πιστέψει όταν τον καλοκοίταξα στην κηδεία της θείας – αλλά ένας άγνωστος που είχε εμφανιστεί από το πουθενά και έμελλε να γίνει ο μεγαλύτερος μπελάς μου.

Διπλός espresso σε μπελάδες βιβλία της Βούλας Γκεμίση ρομαντική κομεντί δωρεάν ανάγνωση βιβλία

Απαγορεύεται η αντιγραφή περιεχομένου.